Ο Καταραμένος και τα Μυρμήγκια
(ο έρωτας και η απουσία του σύμφωνα με ένα αγοράκι ζαπατίστα)
(Διευκρινιστική σημείωση για όσους δεν γνωρίζουν κάποια πράγματα: η GAL είναι η Αυτόνομη Τοπική Κυβέρνηση, και GALes είναι ο πληθυντικός. Το CGAZ είναι το συντονιστικό των GALes, σύμφωνα με τη γεωγραφική τους εγγύτητα. Η ACEGAZ είναι η συνέλευση των συντονιστικών των GALes. Η INTERZONA είναι εκεί όπου συναντιούνται οι υπεύθυνοι όλων των ζαπατιστικών ζωνών (οι διοικήτριες και οι διοικητές, δηλαδή). Η PERMANENTE είναι μια συνέλευση συντροφισσών και συντρόφων που μαθαίνουν να κυβερνούν. Αλλά μην δίνετε και πολλή σημασία σε αυτά τα ονόματα γιατί, καθώς τα ΚΟΙΝΑ ακόμη οικοδομούνται, η δομή αλλάζει μορφή και όνομα. Τέλος της διευκρινιστικής σημείωσης.)
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα αγοράκι. Ζαπατίστα. Όχι πολύ μεγάλο αλλά ούτε και πολύ μικρό. Οι ρίζες του είναι Μάγιας και ζει με την οικογένειά του σε μια κοινότητα όπου υπάρχουν ζαπατίστας και κομματικοί, δηλαδή αυτό που τώρα λέμε «αδέρφια μη ζαπατίστας».
Αυτό το αγοράκι είναι πολύ άτακτο. Μόλις έμαθε να περπατάει, έβγαινε από το σπίτι και άντε βρες το. Όταν έβγαιναν να το ψάξουν, οι γονείς του πάντα το έβρισκαν να ’χει μπλεξίματα: τη μια πήγε να πιάσει μια σφήκα, την άλλη πασαλείφτηκε με λάσπες σε όλο του το σώμα, τελείως γυμνό, αλλά σκεπασμένο με τις λάσπες – γιατί πήγε να παίξει με τα γουρουνάκια. Μια άλλη φορά το βρήκαν στο λιβάδι να μιλάει με μια αγελάδα που μόλις είχε γεννήσει το μοσχαράκι της. «Τη ρωτούσα για το μικρό της», είπε όταν τον μάλωσαν.
Λοιπόν, επειδή το παιδί ήταν πολύ άτακτο, ο μπαμπάς και η μαμά του το πρόσεχαν με βάρδιες.
Αλλά ξέρετε πώς είναι οι βλαμμένοι οι άντρες, που λένε ότι προσέχουν και απλώς είναι με το κινητό, στο φέισμπουκ ή στο γουάτσαπ και τα παρόμοια.
Οι μαμάδες, όπως ξέρουμε, όταν είναι να προσέξουν, προσέχουν. Και είναι σαν να έχουν μάτια παντού, ακόμα και στην πλάτη, αφού όποια σκανταλιά κι αν θέλεις να κάνεις στα κρυφά, σε τσακώνουν αμέσως.
Βέβαια, ξέρουμε επίσης ότι οι μαμάδες μαλώνουν πολύ. Δεν είναι ότι σου λένε απλώς «μην το κάνεις αυτό», όχι, αρχίζουν να σου λένε ένα σωρό πράγματα που μοιάζει σαν να προσεύχονται, κι ακόμα χειρότερα γιατί δεν σε μαλώνουν μόνο στη γλώσσα τους, αλλά και στα ισπανικά, και καμιά φορά ακόμα και στα αγγλικά, τα γαλλικά, τα ιταλικά, τα γερμανικά, μέχρι και στα φαρσί.
Αυτό το παιδί η μαμά του το μάλωνε λέγοντάς του: «καταραμένο πιτσιρίκι του διαβόλου, θα πας στην κόλαση με τόσες σκανταλιές που κάνεις».
Και έτσι περνούσε η μέρα του παιδιού: αυτό να κάνει σκανταλιές, ο μπαμπάς του να κάνει την πάπια, και η μαμά του να τους μαλώνει και τους δυο.
Λοιπόν, έφτασε η μέρα που το αγοράκι έπρεπε να πάει στο αυτόνομο σχολείο. Έτσι, όλα τα αγόρια και τα κορίτσια είναι στο σχολείο, πρώτη μέρα των μαθημάτων, και έρχεται η λειτουργός εκπαίδευσης.
Και τα κουτσομπολιά λένε ότι η λειτουργός εκπαίδευσης ήταν πολύ ερρρωτευμένη, τόσο που δεν μπορείς να το πιστέψεις, με έναν λειτουργό υγείας. Αλλά το πρόβλημα ήταν ότι ήταν από δύο διαφορετικά puy, δηλαδή από δύο διαφορετικά καρακόλ (puy σημαίνει καρακόλ σε μια γλώσσα Μάγιας). Αυτή ήταν σε ένα puy, κι αυτός σε άλλο που ήταν μακριά. Γνωρίστηκαν σε μια γιορτή για την επέτειο της εξέγερσης. Δεν είπαν τίποτα, απλώς χόρεψαν μαζί. Και παρόλο που έκανε διαβολεμένο κρύο, δεν κρύωναν καθόλου. Αυτός μάλιστα ίδρωνε κι αυτή κοκκίνιζε από ντροπή. Δεν είπαν τίποτα, αλλά η λειτουργός εκπαίδευσης τον εξέτασε καλά-καλά.
Ξέρετε τώρα πώς είναι οι συντρόφισσες, έχουν ένα μυστικό σύστημα έρευνας και επικοινωνίας, οπότε η συντρόφισσα έψαξε πρώτα το πιο σημαντικό: αν ο νεαρός έχει ή δεν έχει γυναίκα.
Κι αφού έμαθε ότι δεν έχει, έψαξε μια καλή δικαιολογία για να τον δει.
Και της κατέβηκε η ιδέα να μπει στην ομάδα του θεάτρου, γιατί όσοι από τα διάφορα καρακόλ συμμετέχουν σ’ αυτές τις ομάδες συναντιούνται κάθε τόσο όταν τους καλεί ο ΣουμπΜόι για να ετοιμάσουν κάποιο θεατρικό έργο.
Και σκέφτηκε να μπει κι εκείνος στο θέατρο, και έτσι θα μπορούσαν να βλέπονται, και ίσως να μιλήσουν, και ίσως να πιαστούνε χέρι-χέρι, και ίσως να αγκαλιαστούνε, και ίσως να δώσουν ένα φιλάκι, και ίσως… Αχ, θεούλη μου!
Λοιπόν, ήταν γνωστό ότι σύντομα θα γινόταν συνάντηση τεχνών και θα καλούσαν τις ομάδες θεάτρου να ετοιμάσουν ένα έργο για τα κοινά και τη φύση. Έτσι η λειτουργός εκπαίδευσης, έχει μήπως το μυαλό της στο μάθημα; Όχι, είναι εντελώς αφηρημένη, ο νους της είναι αλλού, δεν συγκεντρώνεται και όλο αναστενάζει που σκέφτεται πότε θα συναντήσει τον αγαπημένο της. Αλλά τα αγόρια και τα κορίτσια είναι όλα εκεί και τσακώνονται για ένα γλυκό τσαμόι που έφεραν η Βερόνικα, η Σεσί και η Ερμελίντα Δαμιάνα (που είναι τα νέα μέλη του Κομάντο Ποπκόρν).
Επειδή λοιπόν η λειτουργός είναι αφηρημένη λόγω του έρωτά της, όταν πάει να πάρει παρουσίες, δεν βρίσκει τον κατάλογο που της έχει δώσει ο εκπαιδευτής εκπαίδευσης. Τον ψάχνει, αλλά δεν υπάρχει.
Κι αυτό είναι σοβαρό πρόβλημα, και η λειτουργός είναι ερωτευμένη αλλά δεν είναι χαζή και λέει: «Λοιπόν, θα πούνε όλοι το όνομά τους για να ξέρουμε όλοι πώς λέγεται ο καθένας».
Έτσι κάθε παιδί λέει το όνομά του, και όταν έρχεται η σειρά του άτακτου παιδιού, αυτό λέει: «Με λένε Καταραμένο και το επώμυνό μου είναι Πιτσιρίκι του Διαβόλου. Έτσι με λέει η μαμά μου όλη την ώρα, “Καταραμένο Πιτσιρίκι του Διαβόλου”, οπότε αυτό είναι το όνομά μου».
Η λειτουργός, επειδή όπως είπα ήταν πολύ ερρωτευμένη, δεν έδωσε σημασία και το έγραψε έτσι στον κατάλογο: «Καταραμένο Πιτσιρίκι του Διαβόλου. 4 χρονών μπαίνει στα 5, από την τάδε GAL», κι όλο το κατεβατό cgaz, acegaz, interacegaz, permanente, interzona και αυτά τα περίεργα ονόματα των ζαπατιστικών κοινών.
Όταν ο εκπαιδευτής εκπαίδευσης είδε τον κατάλογο, δεν το πρόσεξε γιατί τσακωνόταν με τη γυναίκα του, που τον μάλωνε επειδή έλεγε ότι φλέρταρε με την κουμπάρα Ρουπέρτα.
Κι αυτός υπερασπιζόταν τον εαυτό του: «Μα τι λες γυναίκα, η κουμπάρα είναι 80 χρονών». «Δεν έχει σημασία», έλεγε η ζηλιάρα, «80 χρόνια έχει μάθει τόσα κόλπα που δεν σηκώνονται ούτε με βίντσι, και είναι αντροχωρίστρα».
Και δώστου να τσακώνονται, και ο εκπαιδευτής δεν πρόσεξε ότι στον κατάλογο υπήρχε ένα παιδί που λεγόταν «Καταραμένο» και είχε επώνυμο «Πιτσιρίκι του Διαβόλου».
Κι έτσι έμεινε στα χαρτιά του σχολείου το όνομα του παιδιού. Κι έτσι τον ήξεραν οι συμμαθητές κι οι συμμαθήτριές του.
Αλλά το θέμα έφτασε μέχρι τις συναντήσεις για τον λόγο του θεού. Και εκεί άκουσαν τον τούνελ (–προφέρεται με ένρινη προφορά– τον υπεύθυνο για τα μυστήρια) να λέει ότι πρέπει να προσέχουν τους κακούς ανθρώπους, «τους καταραμένους», είπε, «και δεν πρέπει να συναναστρεφόμαστε τους καταραμένους».
Κι εντάξει, την επόμενη μέρα κανείς δεν πλησίαζε το αγοράκι που λεγόταν «Καταραμένο», κι ούτε έπαιζαν μαζί του ούτε τίποτα. Το παράτησαν μόνο του.
Αλλά το Καταραμένο Πιτσιρίκι του Διαβόλου δεν στεναχωρήθηκε. Άρχισε να οργανώνει τα δικά του παιχνίδια και πήγαινε στο βουνό να ψάξει για βότανα, γιατί η γιαγιά του ήξερε από φαρμακευτικά φυτά και αυτός πήγαινε μαζί της.
Και πήγαινε επίσης με τον μπαμπά του στη μίλπα και με τη μαμά του για ξύλα, και εκεί ο μπαμπάς του και η μαμά του τού μάθαιναν ποια ζώα είναι κακά και δεν πρέπει να τα πλησιάζουμε, και ποια είναι καλά και δεν σε πειράζουν, ποια μοιάζουν αλλά είναι διαφορετικά, και πώς λέγεται το καθένα.
Έτσι το παιδί έμαθε τα ονόματα και τους τρόπους πολλών ζώων, και τα ονόματα πολλών φυτών και σε τι χρησιμεύουν. Και τα έγραφε στο σημειωματάριό του: από τη μία πλευρά έβαλε τα ονόματα όλων των ζώων που ήξερε και από την άλλη τα ονόματα των φυτών.
Μια μέρα, λοιπόν, κοιτάζοντας τις σημειώσεις του, είδε ότι δεν είχε τα μυρμήγκια. Και πήγε να ρωτήσει τον μπαμπά του για τα μυρμήγκια.
Ο μπαμπάς του τσακωνόταν με τη μαμά του γιατί το ποσόλ είχε ξινίσει και δεν μπορούσαν να το πιουν, και μάλωναν όπως συνήθως τα ζευγάρια που αγαπιούνται. Το παιδί ξαναρώτησε αν τα μυρμήγκια είναι καλά ή κακά. Κι ο κύριος, συνεχίζοντας τον καβγά, είπε απλώς «τα μυρμήγκια είναι μυρμήγκια».
Έτσι το παιδί σκέφτηκε ότι αυτό πάει να πει ότι δεν ξέρουμε αν τα μυρμήγκια είναι καλά ή κακά, και άρα πρέπει να τα μελετήσει.
Και άρχισε να μελετά τα μυρμήγκια: πού πάνε, πού ζουν, τι κάνουν. Και έμαθε ότι υπάρχουν διαφορετικά είδη μυρμηγκιών.
Παρατηρούσε και μελετούσε διάφορες μυρμηγκοφωλιές, και είδε ότι τα μυρμήγκια είναι οργανωμένα, δηλαδή έχουν μοιράσει τις δουλειές και τα καθήκοντα: υπάρχουν αυτά που πάνε για εξερεύνηση, υπάρχουν αυτά που βρίσκουνε τροφή και την φέρνουν στη μυρμηγκοφωλιά, άλλα φροντίζουν τα μικρά, άλλα είναι υπεύθυνα για την άμυνα, και είναι άλλα που λουφάρουν, δηλαδή τεμπέληδες.
Αλλά το αγοράκι δεν έμεινε ευχαριστημένο και σκέφτηκε ότι πρέπει να το ερευνήσει περισσότερο. Έτσι έκανε μια σκανταλιά: πήγε στον Μονάρχη και του είπε ότι πρέπει να ψάξει και να του βρει βίντεο με μυρμήγκια. Ο Μονάρχης τον κοίταξε που ήταν πιτσιρίκος και τον ρώτησε ποιος το λέει. Το παιδί ξεφούρνισε το ψέμα ότι είναι διαταγή του ΣουμπΜόι.
Ο Μονάρχης δεν τον πίστεψε και τον ρώτησε πώς τον λένε. «Καταραμένο Πιτσιρίκι του Διαβόλου», είπε ο μικρός, και ο Μονάρχης φοβήθηκε μήπως όντως είναι του διαβόλου, κι εντάξει, αναγκάστηκε να ψάξει και να του βρει τα βίντεο.
Το βράδυ ο Μονάρχης δεν μπόρεσε να κοιμηθεί από το φόβο του διαβόλου. Γιατί τον κατσαδιάζει ο ΣουμπΜοϊσές, τον κατσαδιάζει ο Καπετάνιος Μάρκος, άμα είναι να τον κατσαδιάζει και ο διάβολος, πάει πολύ.
Αλλά έτσι το αγοράκι έμαθε περισσότερα για τα μυρμήγκια, για το πώς είναι οργανωμένα και για τα καθήκοντα και τις εργασίες τους.
-*-
Κάποια φορά, μετά από μια δυνατή βροχή, δηλαδή μετά από μια καταιγίδα, το αγοράκι πήγε να δει μια μυρμηγκοφωλιά που υπήρχε κοντά στο σπίτι του. Γύρω από την είσοδό της υπήρχαν μικρά ρυάκια νερού.
Και τα μυρμήγκια που έβγαιναν από τη φωλιά φαίνονταν μπερδεμένα, πήγαιναν μια από δω και μια από κει. Ξαφνικά, μπήκε ένα μέσα στην τρύπα και μετά βγήκαν άλλα μυρμήγκια, σαν να κάνουν παρέλαση, σαν στρατός.
Δεν υπήρχε κανένα που να διατάζει, αλλά τα μυρμήγκια στρατιώτες οργανώνονται γρήγορα και πιάνονται το ένα από τα ποδαράκια του άλλου, φτιάχνοντας κάτι σαν γέφυρα πάνω από ένα ρυάκι, και τότε τα υπόλοιπα παίρνουν δρόμο και περνούν τη γέφυρα και πάνε εκεί που πρέπει για να βρουν τροφή και να εξερευνήσουν.
Όταν ο ήλιος στέγνωσε τα ρυάκια, τα μυρμήγκια στρατιώτες διαλύθηκαν και γύρισαν στη φωλιά, κι επέστρεψαν στη δουλειά που είχαν να κάνουν.
Το αγοράκι εντυπωσιάστηκε πολύ απ’ αυτό που είδε κι απόμεινε σκεφτικό.
-*-
Μια άλλη μέρα, ενώ βρίσκονται στο σχολείο με την ερρωτευμένη και αφηρημένη λειτουργό εκπαίδευσης –η καημενούλα αναστενάζει από έρωτα–, φτάνουν οι GAL του χωριού και λένε στη δασκάλα ότι στη γενική συνέλευση των GAL, την ανώτατη ζαπατιστική αρχή, συμφωνήθηκε να καλέσουν τον ΣουμπΜόι για να τους μιλήσει, και ότι ήταν η σειρά του χωριού εκείνη τη μέρα, και ο ΣουμπΜόι ρώτησε πού είναι το σχολείο και του το έδειξαν, και είπε ο ΣουμπΜόι: «θα μιλήσω στα κορίτσια και στ’ αγόρια για τα κοινά, για να καταλάβουν από μικρά τι είναι αυτό που γίνεται».
Και μπαίνει ο ΣουμπΜόι στην αίθουσα, αλλά η λειτουργός της εκπαίδευσης ούτε που τον προσέχει και κάθεται σε μια γωνιά και μόνο αναστενάζει και ξαναναστενάζει για τον μακρινό της έρωτα.
Ο ΣουμπΜόι λοιπόν καταλαβαίνει ότι η συντρόφισσα δεν τον έχει καν δει και χαιρετάει τα αγόρια και τα κορίτσια. «Καλημέρα», τους λέει, «με λένε Εξεγερμένο Υποδιοικητή Μοϊσές και ήρθα να σας μιλήσω».
Κι αμέσως ξεκινάει ο ΣουμπΜόι να εξηγεί τι είναι τα κοινά και οι πυραμίδες και η πολιτική δουλειά και οι επιστήμες κι οι τέχνες και η στρατιωτική προετοιμασία για την άμυνα και όλα αυτά.
Και τα κορίτσια και τ’ αγόρια μένουν σιωπηλά, σαν να μην κατάλαβαν τίποτα, όπως μένουν σιωπηλοί και αυτοί της interzona, που δεν θέλουν να συμμετάσχουν γιατί γρήγορα θα φανεί ότι δεν κατάλαβαν τίποτα γιατί ήταν απασχολημένοι με το κινητό τους ή με το να σκαλίζουν τη μύτη τους.
Έτσι, καθώς όλοι είναι σιωπηλοί κι ακόμα και οι GAL του χωριού κοιτάζουν τις μύτες των παπουτσιών τους σαν να είναι μες στη λάσπη, δηλαδή κάνουν την πάπια, ο ΣουμπΜόι ρωτάει τα αγόρια και τα κορίτσια αν κατάλαβαν την εξήγηση.
Κανείς δεν λέει τίποτα, όλοι σιωπηλοί, μέχρι που να νομίζει ο ΣουμπΜόι ότι βρίσκεται σε καμιά συνάντηση της interzona, και πάει να φύγει όταν ένα αγόρι σηκώνει το χέρι του.
Ο ΣουμπΜόι σταματάει στην πόρτα, γυρίζει και λέει στο αγόρι να μιλήσει.
Το αγόρι λέει μόνο «Μυρμήγκια».
Ο ΣουμπΜόι σηκώνει τα φρύδια σαν να μην καταλαβαίνει τίποτα, και του λέει «ωραία, για εξήγησε αυτό με τα μυρμήγκια».
Και το παιδί αρχίζει να λέει τι είδε στη μυρμηγκοφωλιά, πώς ήταν οργανωμένα τα μυρμήγκια, και το καθένα είχε τη δουλειά του, και αλληλοϋποστηρίζονται, και διδάσκει το ένα το άλλο, και μέχρι που γιατρεύει το ένα το άλλο, και τι συνέβη μετά τη βροχή και πώς η δουλειά μιας ομάδας μυρμηγκιών ήταν να φροντίζει, να προστατεύει και να υποστηρίζει την κοινότητα των μυρμηγκιών.
Ο ΣουμπΜόι τον άκουσε προσεκτικά, γύρισε να δει τα μέλη της επιτροπής που τον συνόδευαν και τους κοίταξε σαν να τους έλεγε: «Δεν ντρέπεστε που ένα παιδί καταλαβαίνει και εσείς που είστε μεγάλοι δεν ξέρετε να εξηγήσετε;» Τα μέλη της επιτροπής συνέχισαν να κάνουν την πάπια, σαν να μην ήταν εκεί.
Τότε ο ΣουμπΜόι ευχαρίστησε το παιδί και το ρώτησε πώς το λένε. Και το παιδί απάντησε «Καταραμένο Πιτσιρίκι του Διαβόλου», αλλά ένας από τις GAL πλησίασε και είπε στον ΣουμπΜόι ότι είναι εγγονός ενός ηλικιωμένου ζευγαριού, που ήταν ζαπατίστας κι από πριν την εξέγερση.
Ο ΣουμπΜόι ρώτησε το παιδί γιατί το λένε έτσι και το παιδί έστρεψε το βλέμμα του στη λειτουργό της εκπαίδευσης που συνέχιζε ν’ αναστενάζει και είπε «εξαιτίας του έρωτα»· κι ύστερα κοίταξε τον εκπαιδευτή της εκπαίδευσης και πρόσθεσε «και εξαιτίας της απουσίας του».
Ο ΣουμπΜόι έσκασε στα γέλια, αγριοκοίταξε την λειτουργό, αγριοκοίταξε τον εκπαιδευτή και προσκάλεσε το παιδί να φάνε μαζί ταμάλε κρούδο που είχαν ετοιμάσει οι συντρόφισσες μαγείρισσες του χωριού.
Όλες ανύπαντρες, είπε ο Καπετάνιος Μάρκος, γιατί δεν ξέρουν να φτιάχνουν ταμάλε και γι’ αυτό δεν κολλάνε ούτε γρίπη, πού να κολλήσουν με σύντροφο.
Στην πραγματικότητα, ήταν κόλπο του ΣουμπΜόι για να φάει πρώτα το παιδί το ταμάλε και, αν δεν το πείραζε, θα έτρωγε και ο ΣουμπΜόι.
-*-
Τον Καπετάνιο ούτε που τον χαιρέτησαν. Ποιος του είπε να κακολογεί τις μαγείρισσες;
Αλλά δεν τον ένοιαξε τον Καπετάνιο, γιατί έφαγε όλο το γλυκό με τσαμόι και τα παγωτά ξυλάκι που ήταν για το Κομάντο Ποπκόρν.
Και στο τέλος, του πόνεσε η κοιλιά του Καπετάνιου από τα πολλά γλυκά.
Ταν-ταν.

Ο Καπετάνιος
Ιανουάριος – Φεβρουάριος 2026
No hay comentarios todavía.
RSS para comentarios de este artículo.